Πυξίδα
Λέγεται ότι οι Κινέζοι πρώτοι ανακάλυψαν εδώ και 5 χιλ. χρόνια την αρχή της πυξίδας. Η πυξίδα είναι σίγουρα ένα πολύ σημαντικό όργανο για τον ασφαλή προσανατολισμό. Αποτελείται από ένα κινητό στρογγυλό στέλεχος, το οποίο διαιρείται σε 360ο και από τη βάση, η οποία συνήθως φέρει υποδιαιρέσεις σε εκατοστά για την μέτρηση οριζοντίων αποστάσεων στο χάρτη. Η ανάγνωση των μοιρών γίνεται πάντα με την φορά των δεικτών του ρολογιού.
Τύποι πυξίδας
Υπάρχουν δύο τύποι πυξίδας για τους ορειβάτες, ο πρισματικός και ο Silva.
Η πρισματική πυξίδα δεν είναι πολύ πρακτική λόγω βάρους και πολύπλοκου χειρισμού, σε αντίθεση με τη Silva η οποία είναι αρκετά ελαφριά, απλή και έχει όλες τις δυνατότητες.
- Γραμμές βοηθητικές
- Βέλος πορείας
- Υποδεκάμετρο
- Βάση
- Κινητό στέλεχος
- Βέλος προσανατολισμού
- Γραμμές προσανατολισμού
- Μαγνητική βελόνα.
Χρήσεις Πυξίδας
Η πυξίδα χρησιμοποιείται για :
- Μέτρηση αποστάσεων στο χάρτη
- Εύρεση Βορρά
- Προσανατολισμό Χάρτη
- Υπολογισμό γωνιών
ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΒΟΡΡΑ
- Πραγματικός Βορράς: Εκεί όπου βρίσκεται ο άξονας του Βόρειου Πόλου
- Γεωγραφικός Βορράς: Είναι περίπου ο ίδιος με τον πραγματικό και είναι ο Βορράς που δείχνουν οι μεσημβρινοί του χάρτη.
- Μαγνητικός Βορράς: Ο Βορράς που μας δείχνει η πυξίδα (λόγω του μαγνητισμού της γης) και ο οποίος βρίσκεται περίπου 1.000 μίλια νότια στον Καναδά.
ΕΝΤΟΠΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΘΕΣΗΣ ΜΑΣ
Α) Ας πάρουμε για παράδειγμα ότι βρισκόμαστε σε ένα μονοπάτι, σε κάποιο οροπέδιο και αναγνωρίζουμε κάποια κορυφή, την οποία μπορούμε να αναγνωρίσουμε και στο χάρτη μας. Θέλουμε λοιπόν να δούμε σε ποιο ακριβώς σημείο του μονοπατιού βρισκόμαστε (φυσικά έχοντας αναγνωρίσει το μονοπάτι μας στο χάρτη).
Αρχικά παίρνουμε μια σκόπευση της κορυφής (μαγνητική ένδειξη). Τοποθετούμε την πυξίδα στο χάρτη ώστε το βέλος του προσανατολισμού να είναι παράλληλο με τις γραμμές Βορρά-Νότου του χάρτη μας και να δείχνει το Βορρά. Κατόπιν κάνουμε μια παράλληλη μετατόπιση, ώστε το ένα άκρο της πυξίδας να τέμνει την κορυφή. Φέρνουμε λοιπόν μια ευθεία από αυτή την άκρη της πυξίδας και η τομή της με το μονοπάτι μας δείχνει το σημείο το οποίο βρισκόμαστε.
Β) Υπάρχει περίπτωση να έχουμε μόνο μια γενική ιδέα για το πού βρισκόμαστε και θέλουμε να εντοπίσουμε το σημείο μας. Σ’ αυτή την περίπτωση χρειαζόμαστε τουλάχιστον δύο ή προτιμότερο τρία σημεία αναφοράς. Επαναλαμβάνουμε ότι ακριβώς παραπάνω. Το σημείο μας λοιπόν θα είναι εντός του τριγώνου που θα σχηματίσουν οι τρεις ευθείες.
ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΑΠΟΣΤΑΣΗΣ
Όταν γνωρίζουμε από πού ξεκινήσαμε να περπατάμε και που ακριβώς βρισκόμαστε, τότε είναι εύκολο να υπολογίσουμε την απόσταση από τον χάρτη. Όταν όμως γνωρίζουμε μόνο το σημείο που ξεκινήσαμε, αλλά δεν μπορούμε να βρούμε που είμαστε (δάσος, ομίχλη, χιονισμένο πεδίο), αν και η πυξίδα μας δείχνει ότι είμαστε στη σωστή πορεία προς το στόχο, σίγουρα δεν ξέρουμε πότε πρέπει να σταματήσουμε. Η εκτίμηση λοιπόν της απόστασης μπορεί να γίνει με δύο τρόπους: Χρονομέτρηση και Βηματομέτρηση.
ΧΡΟΝΟΜΕΤΡΗΣΗ
Εάν γνωρίζουμε πόσο γρήγορα περπατάμε, τότε μπορούμε να εκτιμήσουμε πόσο χρόνο θα μας πάρει από το σημείο που αρχίσαμε ως το στόχο μας. Αν και κατ’ αρχάς φαίνεται εύκολο, ωστόσο η εκτίμηση είναι δύσκολη γιατί υπάρχουν πολλοί παράγοντες που επιδρούν στη ταχύτητά μας.
Ο πιο σημαντικός ίσως είναι η ανάβαση που έχουμε να κάνουμε. Είναι χρήσιμο λοιπόν να έχουμε κάποια φόρμουλα, ώστε γνωρίζοντας την ταχύτητα μας σε επίπεδο έδαφος, να την προσαρμόζουμε ανάλογα. Η πιο κλασσική φόρμουλα, που προτάθηκε το 1892 από τον Σκοτσέζο William W. Naismith και ισχύει και σήμερα είναι:
5 χλμ/ ώρα + ½ ώρα / 300 μέτρα ανάβασης.
Ένας δεύτερος παράγοντας, που επηρεάζει την ταχύτητα είναι το κατέβασμα. Κατεβαίνοντας μια πλαγιά, πολλοί πεζοπόροι επιταχύνουν για κλίσεις μεταξύ 5ο και 12ο. Η προσοχή όμως που δίνουν δεν τους επιτρέπει να διανύουν σε μικρότερο χρόνο την ίδια απόσταση, όπως εάν ήταν σε επίπεδο έδαφος. Έτσι λοιπόν όταν ανεβαίνουμε έχουμε μια καθυστέρηση, ενώ όταν κατεβαίνουμε έχουμε ένα ταχύτερο χρόνο. Συνοπτικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι:
- Κατεβαίνοντας πλαγιά ομαλή: -10’/300 μέτρα κατάβασης
- Κατεβαίνοντας πλαγιά απότομη: +10’/300 μέτρα κατάβασης
Το φορτίο του πεζοπόρου σίγουρα αποτελεί άλλον ένα παράγοντα, που επιδρά άμεσα στην ταχύτητα του. Ένα βαρύ φορτίο μπορεί να έχει σαν αποτέλεσμα μείωση της ταχύτητας κατά 50%. Θα πρέπει να υπολογίσουμε μια μέση ωριαία ταχύτητα 3 χλμ/ώρα ή ακόμη και 2 χλμ/ώρα για ορισμένες περιπτώσεις.
Οι καιρικές συνθήκες αποτελούν έναν άλλο ανεξέλεγκτο παράγοντα. Δυσμενείς συνθήκες μπορεί να αποτελέσουν ακόμη και παράγοντα ματαίωσης μιας διαδρομής. Ένας δυνατός άνεμος με ή χωρίς βροχή ή χιόνι, μπορεί να μειώσει την ταχύτητα μας σε επίπεδο έδαφος σε λιγότερο από 2 χλμ/ώρα. Αντίθετα, ένας δυνατός άνεμος με κατεύθυνση ίδια με τη δική μας, μπορεί να αυξήσει την ταχύτητα μας και μερικές φορές ίσως και επικίνδυνα. Τέλος, ένας από τους καταλυτικούς παράγοντες επιρροής της ταχύτητάς μας είναι και η φυσική μας κατάσταση που επηρεάζει άμεσα τον ρυθμό ανάβασης.
ΒΗΜΑΤΟΜΕΤΡΗΣ
Ο Υπολογισμός της απόστασης με τη μέθοδο της βηματομέτρησης είναι σίγουρα μια μέθοδος πιο ακριβής από την χρονομέτρηση. Είναι βέβαια φανερό ότι ο διασκελισμός διαφέρει όχι μόνο από άτομο σε άτομο, αλλά ανάλογα με την μορφολογία του εδάφους. Ο γενικός κανόνας είναι ότι θα πρέπει να μετράμε διπλά βήματα (δηλαδή κάθε φορά με το δεξί ή το αριστερό) και να μοιράζουμε τη διαδρομή μας σε όσο γίνεται μικρότερα τμήματα (συνιστώνται τμήματα 400-600 μέτρων). Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι σε επίπεδη επιφάνεια, 62 διπλά βήματα καλύπτουν απόσταση 100 περίπου μέτρων.
